Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελλοντολογικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ειδικός που διερευνά επιστημονικά και κατά το δυνατόν τεκμηριωμένα τα πιθανά σενάρια του μέλλοντος, τις λογικά πιθανότερες εξελίξεις, ανάλογα και σύμφωνα με τις τάσεις του παρόντος και με βάση τις γνώσεις του παρελθόντος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελλοντολογικός < μελλοντολόγ(-ος) + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελλοντολογική / μελλοντολογικός / μελλοντολογικόμελλοντολογικές / μελλοντολογικοί / μελλοντολογικά
Γενικήμελλοντολογικής / μελλοντολογικού / μελλοντολογικούμελλοντολογικών / μελλοντολογικών / μελλοντολογικών
Αιτιατικήμελλοντολογική / μελλοντολογικό / μελλοντολογικόμελλοντολογικές / μελλοντολογικούς / μελλοντολογικά
Κλητικήμελλοντολογική / μελλοντολογικέ / μελλοντολογικόμελλοντολογικές / μελλοντολογικοί / μελλοντολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →