μελλούμενος
•
- που πρόκειται να συμβεί Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1965, αρχική έκδοση 1955, σελ. 63 @google.gr/books.
- ουσιαστικοποιημένοστον πληθυντικό: τα μελλούμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελλούμενος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μελλούμενος < μέλλ(ει) + -ούμενος
Άλλοι τύποι
μελλούμεναμελλούμενεμελλούμενεςμελλούμενημελλούμενηςμελλούμενομελλούμενοιμελλούμενοςμελλούμενουμελλούμενουςμελλούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →