μελοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μελοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελοποίηση < μελοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελοποίηση | μελοποιήσεις |
| Γενική | μελοποίησης | μελοποιήσεων |
| Αιτιατική | μελοποίηση | μελοποιήσεις |
| Κλητική | μελοποίηση | μελοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →