μελωδώ
•
- είμαι μελωδός Βικιλεξικό
- υμνολογώ Βικιλεξικό
- ψάλλω, τραγουδώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελωδώ < αρχαία ελληνική μελῳδέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μελωδώ | μελωδείς | μελωδεί | μελωδούμε | μελωδείτε | μελωδούν / μελωδούνε |
| Παρατατικός | μελωδούσα | μελωδούσες | μελωδούσε | μελωδούσαμε | μελωδούσατε | μελωδούσαν / μελωδούσανε |
| Αόριστος | μελώδησα | μελώδησες | μελώδησε | μελωδήσαμε | μελωδήσατε | μελωδήσαν / μελωδήσανε / μελώδησαν |
| Μέλλοντας | θα μελωδήσω / θα μελωδώ | θα μελωδήσεις / θα μελωδείς | θα μελωδήσει / θα μελωδεί | θα μελωδήσουμε / θα μελωδούμε | θα μελωδήσετε / θα μελωδείτε | θα μελωδήσουν / θα μελωδήσουνε / θα μελωδούν / θα μελωδούνε |
| Παρακείμενος | έχω μελωδήσει | έχεις μελωδήσει | έχει μελωδήσει | έχουμε μελωδήσει | έχετε μελωδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μελωδήσει | είχες μελωδήσει | είχε μελωδήσει | είχαμε μελωδήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μελωδήσει / να μελωδήσω / να μελωδώ | να έχεις μελωδήσει / να μελωδήσεις / να μελωδείς | να έχει μελωδήσει / να μελωδήσει / να μελωδεί | να έχουμε μελωδήσει / να μελωδήσουμε / να μελωδούμε | να έχετε μελωδήσει / να μελωδήσετε / να μελωδείτε | να μελωδήσουν / να μελωδήσουνε / να μελωδούν / να μελωδούνε |
| Προστακτική | — | μελώδει / μελώδησε | — | — | μελωδήστε / μελωδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →