μελώνω
•
- αλείφω με μέλι ή ρίχνω μέλι σε φαγώσιμο Βικιλεξικό
- ειδικότεραρίχνω σιρόπι από μέλι, για να απορροφηθεί από το γλυκό Βικιλεξικό
- θα μελώσουμε αύριο τα μελομακάρονα
- γίνομαι ημίρρευστος σαν μέλι Βικιλεξικό
- έχω εμποτιστεί με σιρόπι από μέλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μελώνω < μέλι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μελώνω | μελώνεις | μελώνει | μελώνουμε | μελώνετε | μελώνουν / μελώνουνε |
| Παρατατικός | μέλωνα | μέλωνες | μέλωνε | μελώναμε | μελώνατε | μέλωναν / μελώναν / μελώνανε |
| Αόριστος | μέλωσα | μέλωσες | μέλωσε | μελώσαμε | μελώσατε | μέλωσαν / μελώσαν / μελώσανε |
| Μέλλοντας | θα μελώνω / θα μελώσω | θα μελώνεις / θα μελώσεις | θα μελώνει / θα μελώσει | θα μελώνουμε / θα μελώσουμε | θα μελώνετε / θα μελώσετε | θα μελώνουν / θα μελώνουνε / θα μελώσουν / θα μελώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μελώσει | έχεις μελώσει | έχει μελώσει | έχουμε μελώσει | έχετε μελώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μελώσει | είχες μελώσει | είχε μελώσει | είχαμε μελώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μελώσει / να μελώνω / να μελώσω | να έχεις μελώσει / να μελώνεις / να μελώσεις | να έχει μελώσει / να μελώνει / να μελώσει | να έχουμε μελώσει / να μελώνουμε / να μελώσουμε | να έχετε μελώσει / να μελώνετε / να μελώσετε | να μελώνουν / να μελώνουνε / να μελώσουν / να μελώσουνε |
| Προστακτική | — | μέλωνε / μέλωσε | — | — | μελώνετε / μελώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →