Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεμβράνη

/meɱˈvɾa.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βιολογίαλεπτό και εύκαμπτο στρώμα ιστού που καλύπτει, επενδύει ή διαχωρίζει μέρη του σώματος (ανθρώπων ή ζώων) και ρυθμίζει την ανταλλαγή ουσιών Βικιλεξικό
    • Το κύτταρο είναι το πιο μικρό τμήμα κάθε ζώντος οργανισμού. Αποτελείται από μια μεμβράνη, το κυτταρόπλασμα και τον πυρήνα». Όλοι μάθαμε αυτό τον ορισμό στο σχολείο. Εδώ και λίγα χρόνια μόλις, μπορούμε να προσθέσουμε ότι «είναι επίσης ένα πολύπλοκο και καλά οργανωμένο εργοστάσιο». (Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τόμος 9, Σχολή Μωραΐτη, 1986, σελ. 189)
  2. τεχνολογίαλεπτό τεχνητό φύλλο από υλικά όπως πλαστικό, μέταλλο ή καουτσούκ, που χρησιμοποιείται για προστασία, στεγανοποίηση ή έλεγχο ροής Βικιλεξικό
  3. χημείαλεπτό πορώδες φράγμα που επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση συγκεκριμένων μορίων ή ιόντων, διαχωρίζοντας μείγματα Βικιλεξικό
  4. μουσικό όργανολεπτό ελαστικό υλικό τεντωμένο (π.χ. σε τύμπανο), το οποίο πάλλεται και παράγει ήχο Βικιλεξικό
  5. πολύ λεπτό δέρμα ζώου ή ειδικό χαρτί που χρησιμοποιείται για αντιγραφή ή επίσημα έγγραφα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεμβράνη < ελληνιστική κοινή μεμβράνα < λατινική membrana < membrum

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεμβράνημεμβράνες
Γενικήμεμβράνηςμεμβρανών
Αιτιατικήμεμβράνημεμβράνες
Κλητικήμεμβράνημεμβράνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →