Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μενεξεδί

/me.ne.kseˈði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το χρώμα του μενεξέ ( Βικιλεξικό
    • μενεξεδί (χρώμα):
    • Τὰ βουνὰ εἴτανε τόσο ἐλαφριὰ πού, θαρρεῖς, τὰ κουνοῦσε σιγὰ - σιγὰ ὁ ἀέρας. Ἀλλάζανε χρῶμα ὅλη τὴν ὤρα, περνούσανε ἀπὸ τὸ γκρίζο ἀσημένιο στὸ ρόδινο, ὕστερα στὸ μενεξεδί.

Ετυμολογία

μενεξεδί < μενεξές, μενεξεδ- + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μενεξεδί

/me.ne.kseˈði/επίθετο
•
  1. άκλιτος τύπος του μενεξεδής για όλα τα γένη Βικιλεξικό
    • αγόρασα μια μενεξεδί μπλούζα - αγόρασα μια μενεξεδιά φούστα
    • άλλες μορφές: μενεξελί

Ετυμολογία

μενεξεδί < μενεξές, μενεξεδ- + -ί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →