Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μενεξελής

/me.ne.kseˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ουσιαστικοποιημένομενεξελί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μενεξελής < μενεξέ(ς) + -λής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμενεξελήςμενεξελιάμενεξελί
Γενικήμενεξελή / μενεξελιούμενεξελιάςμενεξελί / μενεξελιού
Αιτιατικήμενεξελήμενεξελιάμενεξελί
Κλητικήμενεξελήμενεξελιάμενεξελί

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμενεξελιοίμενεξελιέςμενεξελιά
Γενικήμενεξελιώνμενεξελιώνμενεξελιών
Αιτιατικήμενεξελιούςμενεξελιέςμενεξελιά
Κλητικήμενεξελιοίμενεξελιέςμενεξελιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →