μενεξελί
•
- άκλιτος τύπος του μενεξελής για όλα τα γένη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μενεξελί < μενεξελ(ής) + -ί < μενεξές
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μενεξελί < μενεξελ(ής) + -ί < μενεξές
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →