μενεστρέλος
•
- ιστορίαεπαγγελματίας διασκεδαστής σε περιοχές της Ευρώπης κατά τον μεσαίωνα, κυρίως από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα Βικιλεξικό
- 20ός αιώνας, ⌘ Άγγελος Τερζάκης, Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ. Ηρωικό μυθιστόρημα. [1937‑38], 1η έκδοση: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1945 (με γλωσσάριο), σελ. 180
- μουσικήσυνθέτης και εκτελεστής τραγουδιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μενεστρέλος < μεσαιωνική ελληνική μενεστρέλος < ιταλική menestrello < λατινική ministerialis (υπηρέτης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μενεστρέλος | μενεστρέλοι |
| Γενική | μενεστρέλου | μενεστρέλων |
| Αιτιατική | μενεστρέλο | μενεστρέλους |
| Κλητική | μενεστρέλε | μενεστρέλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →