μερίδα
•
- τμήμα ενός συνόλου Βικιλεξικό
- μια μερίδα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος δεν θεωρεί σωστά τα μέτρα
- ποσότητα από το σύνολο ενός φαγώσιμου που αναλογεί σε κάθε άτομο ενός συνόλου Βικιλεξικό
- χώρισα την τούρτα σε τόσες μερίδες όσες και οι καλεσμένοι αλλά βγαίνουν μικρές
- ειδικότεραη συγκεκριμένη ποσότητα του κάθε φαγώσιμου που σερβίρεται στα καταστήματα σαν μονάδα Βικιλεξικό
- πάντα παραγγέλνω μια μερίδα φέτα ξεχωριστά από τη σαλάτα
- στο καινούριο εστιατόριο χρεώνουν τη μερίδα πιο ακριβά ενώ είναι μικρότερη απ' του κυρ Κώστα
- λογιστικήο λογιστικός λογαριασμός που σχετίζεται με έναν συναλλασσόμενο ή ένα εμπόρευμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερίδα < αρχαία ελληνική μερίς (αιτιατική: μερίδα) < μέρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μερίδα | μερίδες |
| Γενική | μερίδας | μερίδων |
| Αιτιατική | μερίδα | μερίδες |
| Κλητική | μερίδα | μερίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →