Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τμήμα ενός συνόλου Βικιλεξικό
    • μια μερίδα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος δεν θεωρεί σωστά τα μέτρα
  2. ποσότητα από το σύνολο ενός φαγώσιμου που αναλογεί σε κάθε άτομο ενός συνόλου Βικιλεξικό
    • χώρισα την τούρτα σε τόσες μερίδες όσες και οι καλεσμένοι αλλά βγαίνουν μικρές
  3. ειδικότεραη συγκεκριμένη ποσότητα του κάθε φαγώσιμου που σερβίρεται στα καταστήματα σαν μονάδα Βικιλεξικό
    • πάντα παραγγέλνω μια μερίδα φέτα ξεχωριστά από τη σαλάτα
    • στο καινούριο εστιατόριο χρεώνουν τη μερίδα πιο ακριβά ενώ είναι μικρότερη απ' του κυρ Κώστα
  4. λογιστικήο λογιστικός λογαριασμός που σχετίζεται με έναν συναλλασσόμενο ή ένα εμπόρευμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μερίδα < αρχαία ελληνική μερίς (αιτιατική: μερίδα) < μέρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμερίδαμερίδες
Γενικήμερίδαςμερίδων
Αιτιατικήμερίδαμερίδες
Κλητικήμερίδαμερίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →