μερακλήδικος
•
- ετυμολογική γραφή του μερακλίδικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερακλήδικος < μερακλ(ής), μερακληδ- + -ήδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μερακλήδικος | μερακλήδικη | μερακλήδικο |
| Γενική | μερακλήδικου | μερακλήδικης | μερακλήδικου |
| Αιτιατική | μερακλήδικο | μερακλήδικη | μερακλήδικο |
| Κλητική | μερακλήδικε | μερακλήδικη | μερακλήδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μερακλήδικοι | μερακλήδικες | μερακλήδικα |
| Γενική | μερακλήδικων | μερακλήδικων | μερακλήδικων |
| Αιτιατική | μερακλήδικους | μερακλήδικες | μερακλήδικα |
| Κλητική | μερακλήδικοι | μερακλήδικες | μερακλήδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →