Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερακλίδικος

/me.ɾaˈkli.ði.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον μερακλή Βικιλεξικό
    • Το μερακλήδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν κάνει, / μόν’ έτσι βασανίζεται, κι ως ότου ν’ αποθάνει. (*stixoi στίχοι ρεμπέτικου τραγουδιού)
  2. που έχει φτιαχτεί με μεράκι Βικιλεξικό
    • Φτιάξε μου ένα μερακλίδικο καφεδάκι, γιατί τούτο δω είναι νερόβραστο.

Ετυμολογία

μερακλίδικος < μερακλ(ής) + -ίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμερακλίδικοςμερακλίδικημερακλίδικο
Γενικήμερακλίδικουμερακλίδικηςμερακλίδικου
Αιτιατικήμερακλίδικομερακλίδικημερακλίδικο
Κλητικήμερακλίδικεμερακλίδικημερακλίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμερακλίδικοιμερακλίδικεςμερακλίδικα
Γενικήμερακλίδικωνμερακλίδικωνμερακλίδικων
Αιτιατικήμερακλίδικουςμερακλίδικεςμερακλίδικα
Κλητικήμερακλίδικοιμερακλίδικεςμερακλίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →