μερακλίδικος
•
- που έχει σχέση ή αναφέρεται στον μερακλή Βικιλεξικό
- Το μερακλήδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν κάνει, / μόν’ έτσι βασανίζεται, κι ως ότου ν’ αποθάνει. (*stixoi στίχοι ρεμπέτικου τραγουδιού)
- που έχει φτιαχτεί με μεράκι Βικιλεξικό
- Φτιάξε μου ένα μερακλίδικο καφεδάκι, γιατί τούτο δω είναι νερόβραστο.
Ετυμολογία
μερακλίδικος < μερακλ(ής) + -ίδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μερακλίδικος | μερακλίδικη | μερακλίδικο |
| Γενική | μερακλίδικου | μερακλίδικης | μερακλίδικου |
| Αιτιατική | μερακλίδικο | μερακλίδικη | μερακλίδικο |
| Κλητική | μερακλίδικε | μερακλίδικη | μερακλίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μερακλίδικοι | μερακλίδικες | μερακλίδικα |
| Γενική | μερακλίδικων | μερακλίδικων | μερακλίδικων |
| Αιτιατική | μερακλίδικους | μερακλίδικες | μερακλίδικα |
| Κλητική | μερακλίδικοι | μερακλίδικες | μερακλίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →