μεραρχιακός
•
- που έχει σχέση με μεραρχία (ή μέραρχο) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεραρχιακός < μεραρχία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεραρχιακός | μεραρχιακή | μεραρχιακό |
| Γενική | μεραρχιακού | μεραρχιακής | μεραρχιακού |
| Αιτιατική | μεραρχιακό | μεραρχιακή | μεραρχιακό |
| Κλητική | μεραρχιακέ | μεραρχιακή | μεραρχιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεραρχιακοί | μεραρχιακές | μεραρχιακά |
| Γενική | μεραρχιακών | μεραρχιακών | μεραρχιακών |
| Αιτιατική | μεραρχιακούς | μεραρχιακές | μεραρχιακά |
| Κλητική | μεραρχιακοί | μεραρχιακές | μεραρχιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →