μεραρχιόσημο
•
- κυριολεκτικάτο έμβλημα μιας μεραρχίας του στρατού ή αντίστοιχης μονάδας των ενόπλων δυνάμεων Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο έμβλημα ή διακριτικό σήμα κάθε στρατιωτικής μονάδας ή υπηρεσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεραρχιόσημο < μεραρχία + σήμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεραρχιόσημο | μεραρχιόσημα |
| Γενική | μεραρχιοσήμου / μεραρχιόσημου | μεραρχιοσήμων / μεραρχιόσημων |
| Αιτιατική | μεραρχιόσημο | μεραρχιόσημα |
| Κλητική | μεραρχιόσημο | μεραρχιόσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →