Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεραρχιόσημο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κυριολεκτικάτο έμβλημα μιας μεραρχίας του στρατού ή αντίστοιχης μονάδας των ενόπλων δυνάμεων Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο έμβλημα ή διακριτικό σήμα κάθε στρατιωτικής μονάδας ή υπηρεσίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεραρχιόσημο < μεραρχία + σήμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεραρχιόσημομεραρχιόσημα
Γενικήμεραρχιοσήμου / μεραρχιόσημουμεραρχιοσήμων / μεραρχιόσημων
Αιτιατικήμεραρχιόσημομεραρχιόσημα
Κλητικήμεραρχιόσημομεραρχιόσημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →