μερεμετίζω
•
- διορθώνω βλάβη Βικιλεξικό
- μεταφορικάανταποκρίνομαι σε προσβολή, απαντώ σε κάποιον με ανάλογο τρόπο Βικιλεξικό
- Ωχ! Καλά να τα πάθεις... (...) Σε μερεμέτισε καταπώς σ' ταιριάζει. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)
Ετυμολογία
μερεμετίζω < μερεμέτι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μερεμετίζω | μερεμετίζεις | μερεμετίζει | μερεμετίζουμε | μερεμετίζετε | μερεμετίζουν / μερεμετίζουνε |
| Παρατατικός | μερεμέτιζα | μερεμέτιζες | μερεμέτιζε | μερεμετίζαμε | μερεμετίζατε | μερεμέτιζαν / μερεμετίζαν / μερεμετίζανε |
| Αόριστος | μερεμέτισα | μερεμέτισες | μερεμέτισε | μερεμετίσαμε | μερεμετίσατε | μερεμέτισαν / μερεμετίσαν / μερεμετίσανε |
| Μέλλοντας | θα μερεμετίζω / θα μερεμετίσω | θα μερεμετίζεις / θα μερεμετίσεις | θα μερεμετίζει / θα μερεμετίσει | θα μερεμετίζουμε / θα μερεμετίσουμε | θα μερεμετίζετε / θα μερεμετίσετε | θα μερεμετίζουν / θα μερεμετίζουνε / θα μερεμετίσουν / θα μερεμετίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μερεμετίσει | έχεις μερεμετίσει | έχει μερεμετίσει | έχουμε μερεμετίσει | έχετε μερεμετίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μερεμετίσει | είχες μερεμετίσει | είχε μερεμετίσει | είχαμε μερεμετίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μερεμετίσει / να μερεμετίζω / να μερεμετίσω | να έχεις μερεμετίσει / να μερεμετίζεις / να μερεμετίσεις | να έχει μερεμετίσει / να μερεμετίζει / να μερεμετίσει | να έχουμε μερεμετίσει / να μερεμετίζουμε / να μερεμετίσουμε | να έχετε μερεμετίσει / να μερεμετίζετε / να μερεμετίσετε | να μερεμετίζουν / να μερεμετίζουνε / να μερεμετίσουν / να μερεμετίσουνε |
| Προστακτική | — | μερεμέτιζε / μερεμέτισε | — | — | μερεμετίζετε / μερεμετίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →