Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερεμετίζω

ρήμα
•
  1. διορθώνω βλάβη Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανταποκρίνομαι σε προσβολή, απαντώ σε κάποιον με ανάλογο τρόπο Βικιλεξικό
    • Ωχ! Καλά να τα πάθεις... (...) Σε μερεμέτισε καταπώς σ' ταιριάζει. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)

Ετυμολογία

μερεμετίζω < μερεμέτι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμερεμετίζωμερεμετίζειςμερεμετίζειμερεμετίζουμεμερεμετίζετεμερεμετίζουν / μερεμετίζουνε
Παρατατικόςμερεμέτιζαμερεμέτιζεςμερεμέτιζεμερεμετίζαμεμερεμετίζατεμερεμέτιζαν / μερεμετίζαν / μερεμετίζανε
Αόριστοςμερεμέτισαμερεμέτισεςμερεμέτισεμερεμετίσαμεμερεμετίσατεμερεμέτισαν / μερεμετίσαν / μερεμετίσανε
Μέλλονταςθα μερεμετίζω / θα μερεμετίσωθα μερεμετίζεις / θα μερεμετίσειςθα μερεμετίζει / θα μερεμετίσειθα μερεμετίζουμε / θα μερεμετίσουμεθα μερεμετίζετε / θα μερεμετίσετεθα μερεμετίζουν / θα μερεμετίζουνε / θα μερεμετίσουν / θα μερεμετίσουνε
Παρακείμενοςέχω μερεμετίσειέχεις μερεμετίσειέχει μερεμετίσειέχουμε μερεμετίσειέχετε μερεμετίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μερεμετίσειείχες μερεμετίσειείχε μερεμετίσειείχαμε μερεμετίσει——
Υποτακτικήνα έχω μερεμετίσει / να μερεμετίζω / να μερεμετίσωνα έχεις μερεμετίσει / να μερεμετίζεις / να μερεμετίσειςνα έχει μερεμετίσει / να μερεμετίζει / να μερεμετίσεινα έχουμε μερεμετίσει / να μερεμετίζουμε / να μερεμετίσουμενα έχετε μερεμετίσει / να μερεμετίζετε / να μερεμετίσετενα μερεμετίζουν / να μερεμετίζουνε / να μερεμετίσουν / να μερεμετίσουνε
Προστακτική—μερεμέτιζε / μερεμέτισε——μερεμετίζετε / μερεμετίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →