μεριάζω
•
- αμετάβατοαπομακρύνομαι, μετακινούμαι Βικιλεξικό
- μεταβατικόαπομακρύνω, μετακινώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεριάζω < μερι(ά) + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεριάζω | μεριάζεις | μεριάζει | μεριάζουμε | μεριάζετε | μεριάζουν / μεριάζουνε |
| Παρατατικός | μέριαζα | μέριαζες | μέριαζε | μεριάζαμε | μεριάζατε | μέριαζαν / μεριάζαν / μεριάζανε |
| Αόριστος | μέριασα | μέριασες | μέριασε | μεριάσαμε | μεριάσατε | μέριασαν / μεριάσαν / μεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα μεριάζω / θα μεριάσω | θα μεριάζεις / θα μεριάσεις | θα μεριάζει / θα μεριάσει | θα μεριάζουμε / θα μεριάσουμε | θα μεριάζετε / θα μεριάσετε | θα μεριάζουν / θα μεριάζουνε / θα μεριάσουν / θα μεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεριάσει | έχεις μεριάσει | έχει μεριάσει | έχουμε μεριάσει | έχετε μεριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεριάσει | είχες μεριάσει | είχε μεριάσει | είχαμε μεριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεριάσει / να μεριάζω / να μεριάσω | να έχεις μεριάσει / να μεριάζεις / να μεριάσεις | να έχει μεριάσει / να μεριάζει / να μεριάσει | να έχουμε μεριάσει / να μεριάζουμε / να μεριάσουμε | να έχετε μεριάσει / να μεριάζετε / να μεριάσετε | να μεριάζουν / να μεριάζουνε / να μεριάσουν / να μεριάσουνε |
| Προστακτική | — | μέριαζε / μέριασε | — | — | μεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →