μερισματικός
•
- που έχει σχέση με μέρισμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερισματικός < μέρισμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μερισματικός | μερισματική | μερισματικό |
| Γενική | μερισματικού | μερισματικής | μερισματικού |
| Αιτιατική | μερισματικό | μερισματική | μερισματικό |
| Κλητική | μερισματικέ | μερισματική | μερισματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μερισματικοί | μερισματικές | μερισματικά |
| Γενική | μερισματικών | μερισματικών | μερισματικών |
| Αιτιατική | μερισματικούς | μερισματικές | μερισματικά |
| Κλητική | μερισματικοί | μερισματικές | μερισματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →