μερισμός
•
- συνώνυμο του επιμερισμός Βικιλεξικό
- αριθμητικήθεματική ενότητα της πρακτικής αριθμητικής που ασχολείται με το μοίρασμα διάφορων ποσοτήτων, κυρίως οικονομικών, σε μέρη ανάλογα κάποιων δοθέντων αριθμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μερισμός < μερίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μερισμός | μερισμοί |
| Γενική | μερισμού | μερισμών |
| Αιτιατική | μερισμό | μερισμούς |
| Κλητική | μερισμέ | μερισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →