Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεριστικός

/me.ɾi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μερισμό Βικιλεξικό
  2. που έχει την ικανότητα να μοιράζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεριστικός < ελληνιστική κοινή μεριστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεριστικόςμεριστικήμεριστικό
Γενικήμεριστικούμεριστικήςμεριστικού
Αιτιατικήμεριστικόμεριστικήμεριστικό
Κλητικήμεριστικέμεριστικήμεριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεριστικοίμεριστικέςμεριστικά
Γενικήμεριστικώνμεριστικώνμεριστικών
Αιτιατικήμεριστικούςμεριστικέςμεριστικά
Κλητικήμεριστικοίμεριστικέςμεριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →