Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερκαπτάνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χημείαοργανική θειούχος ένωση με χαρακτηριστικά έντονη οσμή, η οποία χρησιμοποιείται συχνά για να προσδίδει οσμή σε άοσμα καύσιμα αέρια, ώστε να γίνεται αντιληπτή τυχόν διαρροή τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μερκαπτάνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική mercaptan < γερμανική Mercaptan < δανική mercaptan < λατινική mercurius + captans

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμερκαπτάνημερκαπτάνες
Γενικήμερκαπτάνηςμερκαπτανών
Αιτιατικήμερκαπτάνημερκαπτάνες
Κλητικήμερκαπτάνημερκαπτάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →