μεροδούλι μεροφάι
•
- μεροκάματο τόσο χαμηλό που φτάνει μόνο για τα έξοδα μιας μέρας Βικιλεξικό
- με το μεροδούλι μεροφάι δεν πρόκειται να δεις προκοπή
Ετυμολογία
μεροδούλι μεροφάι < → δείτε τις λέξεις μεροδούλι και μεροφάι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →