Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεροκαματιάρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο φτωχός βιοπαλαιστής, αυτός που παλεύει να βγάλει ένα μεροκάματο για να ζήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεροκαματιάρης < μεροκάματο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεροκαματιάρηςμεροκαματιάρηδες
Γενικήμεροκαματιάρημεροκαματιάρηδων
Αιτιατικήμεροκαματιάρημεροκαματιάρηδες
Κλητικήμεροκαματιάρημεροκαματιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →