μεροκαματιάρης
•
- ο φτωχός βιοπαλαιστής, αυτός που παλεύει να βγάλει ένα μεροκάματο για να ζήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεροκαματιάρης < μεροκάματο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεροκαματιάρης | μεροκαματιάρηδες |
| Γενική | μεροκαματιάρη | μεροκαματιάρηδων |
| Αιτιατική | μεροκαματιάρη | μεροκαματιάρηδες |
| Κλητική | μεροκαματιάρη | μεροκαματιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →