Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερούλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του μέρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μερούλα < μέρα + υποκοριστικό επίθημα -ούλα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμερούλαμερούλες
Γενικήμερούλας—
Αιτιατικήμερούλαμερούλες
Κλητικήμερούλαμερούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →