Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερτικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοή (λαϊκότροπο) το μερίδιο Βικιλεξικό
    • Δοκίμασα, συνέχισε, να αρκεστώ στο μικρομεσαίο μου μερτικό καθημερινότητας, να μοιάσω με την πλειοψηφία των πιο νορμάλ, να γίνω και λίγο ζαμανφουτίστας, όμως δεν μου είπε πολλά η πραγματικότητα, δεν ήξερα πώς να κινηθώ άνετα σ' αυτήν. (Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, εκδ. Καστανιώτη, 2024)

Ετυμολογία

μερτικό < μεσαιωνική ελληνική μερτικόν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμερτικόμερτικά
Γενικήμερτικούμερτικών
Αιτιατικήμερτικόμερτικά
Κλητικήμερτικόμερτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →