μερώνω
•
- λαϊκότροποημερώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μερώνω < μεσαιωνική ελληνική ημερώνω, με αποκοπή του αρχικού η
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μερώνω | μερώνεις | μερώνει | μερώνουμε | μερώνετε | μερώνουν / μερώνουνε |
| Παρατατικός | μέρωνα | μέρωνες | μέρωνε | μερώναμε | μερώνατε | μέρωναν / μερώναν / μερώνανε |
| Αόριστος | μέρωσα | μέρωσες | μέρωσε | μερώσαμε | μερώσατε | μέρωσαν / μερώσαν / μερώσανε |
| Μέλλοντας | θα μερώνω / θα μερώσω | θα μερώνεις / θα μερώσεις | θα μερώνει / θα μερώσει | θα μερώνουμε / θα μερώσουμε | θα μερώνετε / θα μερώσετε | θα μερώνουν / θα μερώνουνε / θα μερώσουν / θα μερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μερώσει | έχεις μερώσει | έχει μερώσει | έχουμε μερώσει | έχετε μερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μερώσει | είχες μερώσει | είχε μερώσει | είχαμε μερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μερώσει / να μερώνω / να μερώσω | να έχεις μερώσει / να μερώνεις / να μερώσεις | να έχει μερώσει / να μερώνει / να μερώσει | να έχουμε μερώσει / να μερώνουμε / να μερώσουμε | να έχετε μερώσει / να μερώνετε / να μερώσετε | να μερώνουν / να μερώνουνε / να μερώσουν / να μερώσουνε |
| Προστακτική | — | μέρωνε / μέρωσε | — | — | μερώνετε / μερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →