μεσάντρα
•
- παρωχημένοξύλινη ντουλάπα που καλύπτει τη μια πλευρά του δωματίου σε παραδοσιακά σπίτια Βικιλεξικό
- Τα τελευταία διαθέτουν τζάκι, μπασιά για τον ύπνο και μεσάντρα ή μισάντρα ή μουσάντρα (= μεγάλο εντοιχισμένο ντουλάπι για τα κλινοσκεπάσματα). (Αγγελική Πλάγου, Περιφέρεια Ηπείρου: Περιφερειακή Ενότητα Ιωαννίνων: Όπου η Ομορφιά Περισσεύει, AKAKIA Publications, 2016)
Ετυμολογία
μεσάντρα < τουρκική musandra
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσάντρα | μεσάντρες |
| Γενική | μεσάντρας | — |
| Αιτιατική | μεσάντρα | μεσάντρες |
| Κλητική | μεσάντρα | μεσάντρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →