Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσαιωνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται ή ανήκει στο Μεσαίωνα Βικιλεξικό
    • ένα τρίτο ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο, κομπλέ, με τις επάλξεις, την τάφρο και τους πυργίσκους του (Παύλος Μεθενίτης, Αμανίτα μουσκάρια, μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2007)
  2. μεταφορικάοπισθοδρομικός Βικιλεξικό
    • τι μεσαιωνικές αντιλήψεις είναι αυτές

Ετυμολογία

μεσαιωνικός < μεσαίωνας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεσαιωνικόςμεσαιωνικήμεσαιωνικό
Γενικήμεσαιωνικούμεσαιωνικήςμεσαιωνικού
Αιτιατικήμεσαιωνικόμεσαιωνικήμεσαιωνικό
Κλητικήμεσαιωνικέμεσαιωνικήμεσαιωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεσαιωνικοίμεσαιωνικέςμεσαιωνικά
Γενικήμεσαιωνικώνμεσαιωνικώνμεσαιωνικών
Αιτιατικήμεσαιωνικούςμεσαιωνικέςμεσαιωνικά
Κλητικήμεσαιωνικοίμεσαιωνικέςμεσαιωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →