μεσαιωνοδίφης
•
- ο ιστορικός που ασχολείται με την έρευνα της μεσαιωνικής περιόδου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσαιωνοδίφης < μεσαίων(ας) + -ο- + -δίφης, (μαρτυρείται από το 1865)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσαιωνοδίφης | μεσαιωνοδίφες |
| Γενική | μεσαιωνοδίφη | μεσαιωνοδιφών |
| Αιτιατική | μεσαιωνοδίφη | μεσαιωνοδίφες |
| Κλητική | μεσαιωνοδίφη | μεσαιωνοδίφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →