μεσαύλιον
•
- καθαρεύουσαη εσωτερική αυλή οικοδομικού τετραγώνου οικημάτων όπως οι πολυκατοικίες Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαμεσοπνευμόνιο, μεσοθωράκιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσαύλιον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεσαύλιον, ως ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μεσαύλιος < αρχαία ελληνική μέσαυλος, συναρπαγή της φράσης «μέσ(σ)ον αὐλῆς», «ἐν μέσῳ αὐλῆς. Μορφολογικά αναλύεται σε μεσ- + αὔλιος (< αρχαία ελληνική αὐλ(ή) + -ιος) :* Διαφορετική σημασία για το ελληνιστικό μεσαύλιον.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →