μεσημεριάζει
•
- απρόσωπο ρήμαπλησιάζει το μεσημέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσημεριάζει < (τριτοπρόσωπο ρήμα) μεσημεριάζω
Άλλοι τύποι
μεσημέριαζεμεσημέριασεμεσημεριάσει
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μεσημεριάζει < (τριτοπρόσωπο ρήμα) μεσημεριάζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →