μεσημεριάζω
•
- χρονοτριβώ μέχρι να φτάσει το μεσημέρι Βικιλεξικό
- λαϊκότροποξαπλώνω ή/και κοιμάμαι το μεσημέρι Βικιλεξικό
- απρόσωπο: έρχεται το μεσημέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσημεριάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεσημεριάζω < μεσημέρ(ιν) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεσημεριάζω | μεσημεριάζεις | μεσημεριάζει | μεσημεριάζουμε | μεσημεριάζετε | μεσημεριάζουν / μεσημεριάζουνε |
| Παρατατικός | μεσημέριαζα | μεσημέριαζες | μεσημέριαζε | μεσημεριάζαμε | μεσημεριάζατε | μεσημέριαζαν / μεσημεριάζαν / μεσημεριάζανε |
| Αόριστος | μεσημέριασα | μεσημέριασες | μεσημέριασε | μεσημεριάσαμε | μεσημεριάσατε | μεσημέριασαν / μεσημεριάσαν / μεσημεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα μεσημεριάζω / θα μεσημεριάσω | θα μεσημεριάζεις / θα μεσημεριάσεις | θα μεσημεριάζει / θα μεσημεριάσει | θα μεσημεριάζουμε / θα μεσημεριάσουμε | θα μεσημεριάζετε / θα μεσημεριάσετε | θα μεσημεριάζουν / θα μεσημεριάζουνε / θα μεσημεριάσουν / θα μεσημεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεσημεριάσει | έχεις μεσημεριάσει | έχει μεσημεριάσει | έχουμε μεσημεριάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεσημεριάσει | είχες μεσημεριάσει | είχε μεσημεριάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεσημεριάσει / να μεσημεριάζω / να μεσημεριάσω | να έχεις μεσημεριάσει / να μεσημεριάζεις / να μεσημεριάσεις | να έχει μεσημεριάσει / να μεσημεριάζει / να μεσημεριάσει | να έχουμε μεσημεριάσει / να μεσημεριάζουμε / να μεσημεριάσουμε | να μεσημεριάζετε / να μεσημεριάσετε | να μεσημεριάζουν / να μεσημεριάζουνε / να μεσημεριάσουν / να μεσημεριάσουνε |
| Προστακτική | — | μεσημέριαζε / μεσημέριασε | — | — | μεσημεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεσημεριάστηκαμεσημεριάζομαιμεσημεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →