Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσοβέζικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελεί μια μέση λύση και επομένως δεν είναι πλήρως ξεκαθαρισμένος και σταθερός Βικιλεξικό
    • Ἕνα μακρύ φιλί –ὄχι ὅμως κι ἀτέλειωτο– προμήνυμα κι ἀμοιβαία ὑπόσχεση μιᾶς πλέριας ἐρωτικής νομῆς. Τό δεύτερο θά εἶναι ὁπωσδήμοτε ὁ πρόλογος καί τό συμπλήρωμα τῆς νομῆς. Κάθε ἄλλος μεσοβέζικος συμβιβασμός εἶναι ἀπαράδεκτος.
  2. παρωχημένοπου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κύριες διευθύνσεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσοβέζικος < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ? (τουρκική müşevv(eş) (ασαφής, συγκεχυμένος)) + -έζικος < αραβική مشوش (mushau-wash)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεσοβέζικοςμεσοβέζικημεσοβέζικο
Γενικήμεσοβέζικουμεσοβέζικηςμεσοβέζικου
Αιτιατικήμεσοβέζικομεσοβέζικημεσοβέζικο
Κλητικήμεσοβέζικεμεσοβέζικημεσοβέζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεσοβέζικοιμεσοβέζικεςμεσοβέζικα
Γενικήμεσοβέζικωνμεσοβέζικωνμεσοβέζικων
Αιτιατικήμεσοβέζικουςμεσοβέζικεςμεσοβέζικα
Κλητικήμεσοβέζικοιμεσοβέζικεςμεσοβέζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →