μεσοβέζικος
•
- που αποτελεί μια μέση λύση και επομένως δεν είναι πλήρως ξεκαθαρισμένος και σταθερός Βικιλεξικό
- Ἕνα μακρύ φιλί –ὄχι ὅμως κι ἀτέλειωτο– προμήνυμα κι ἀμοιβαία ὑπόσχεση μιᾶς πλέριας ἐρωτικής νομῆς. Τό δεύτερο θά εἶναι ὁπωσδήμοτε ὁ πρόλογος καί τό συμπλήρωμα τῆς νομῆς. Κάθε ἄλλος μεσοβέζικος συμβιβασμός εἶναι ἀπαράδεκτος.
- παρωχημένοπου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κύριες διευθύνσεις ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσοβέζικος < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ? (τουρκική müşevv(eş) (ασαφής, συγκεχυμένος)) + -έζικος < αραβική مشوش (mushau-wash)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοβέζικος | μεσοβέζικη | μεσοβέζικο |
| Γενική | μεσοβέζικου | μεσοβέζικης | μεσοβέζικου |
| Αιτιατική | μεσοβέζικο | μεσοβέζικη | μεσοβέζικο |
| Κλητική | μεσοβέζικε | μεσοβέζικη | μεσοβέζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοβέζικοι | μεσοβέζικες | μεσοβέζικα |
| Γενική | μεσοβέζικων | μεσοβέζικων | μεσοβέζικων |
| Αιτιατική | μεσοβέζικους | μεσοβέζικες | μεσοβέζικα |
| Κλητική | μεσοβέζικοι | μεσοβέζικες | μεσοβέζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →