Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσοβοριάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο άνεμος που πνέει από κατεύθυνση ανάμεσα από τα βόρεια και βορειοανατολικά σημεία του ορίζοντα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσοβοριάς < μεσο- + βοριάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεσοβοριάςμεσοβοριάδες
Γενικήμεσοβοριάμεσοβοριάδων
Αιτιατικήμεσοβοριάμεσοβοριάδες
Κλητικήμεσοβοριάμεσοβοριάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →