μεσοβορράς
•
- ο άνεμος που πνέει από κατεύθυνση ανάμεσα από τα βόρεια και βορειοανατολικά σημεία του ορίζοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσοβορράς < μεσο- + βορράς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοβορράς | μεσοβορράδες |
| Γενική | μεσοβορρά | μεσοβορράδων |
| Αιτιατική | μεσοβορρά | μεσοβορράδες |
| Κλητική | μεσοβορρά | μεσοβορράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →