Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσοθωράκιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. Το διάστημα που βρίσκεται μεταξύ των δυο υπεζοκωτικών κοιλοτήτων στον θώρακα και περιέχει την καρδιά την τραχεία, τον οισοφάγο, μεγάλα αγγεία, λεμφαδένες και νευρικά πλέγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσοθωράκιο < από το μέσος και το θωράκιο, υποκοριστικό του θώρακας. :Στην καθαρεύουσα, μεσοθωράκιον.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεσοθωράκιομεσοθωράκια
Γενικήμεσοθωράκιου / μεσοθωρακίουμεσοθωράκιων / μεσοθωρακίων
Αιτιατικήμεσοθωράκιομεσοθωράκια
Κλητικήμεσοθωράκιομεσοθωράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →