μεσοθωράκιο
•
- Το διάστημα που βρίσκεται μεταξύ των δυο υπεζοκωτικών κοιλοτήτων στον θώρακα και περιέχει την καρδιά την τραχεία, τον οισοφάγο, μεγάλα αγγεία, λεμφαδένες και νευρικά πλέγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσοθωράκιο < από το μέσος και το θωράκιο, υποκοριστικό του θώρακας. :Στην καθαρεύουσα, μεσοθωράκιον.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοθωράκιο | μεσοθωράκια |
| Γενική | μεσοθωράκιου / μεσοθωρακίου | μεσοθωράκιων / μεσοθωρακίων |
| Αιτιατική | μεσοθωράκιο | μεσοθωράκια |
| Κλητική | μεσοθωράκιο | μεσοθωράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →