μεσοκαλόκαιρο
•
- προφορικόη μέση του καλοκαιριού, το μεσαίο τμήμα του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσοκαλόκαιρο < μεσο- + καλοκαίρ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοκαλόκαιρο | μεσοκαλόκαιρα |
| Γενική | μεσοκαλόκαιρου | μεσοκαλόκαιρων |
| Αιτιατική | μεσοκαλόκαιρο | μεσοκαλόκαιρα |
| Κλητική | μεσοκαλόκαιρο | μεσοκαλόκαιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →