μεσολαβητής
•
- επάγγελμααυτός που παρεμβαίνει ανάμεσα σε πρόσωπα, ομάδες, κράτη κτλ. για επίλυση διαφορών ή επίτευξη συμφωνίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσολαβητής < μεσολαβ(ώ) + -ητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσολαβητής | μεσολαβητές |
| Γενική | μεσολαβητή | μεσολαβητών |
| Αιτιατική | μεσολαβητή | μεσολαβητές |
| Κλητική | μεσολαβητή | μεσολαβητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →