μεσολαβητικός
•
- αυτός που μεσολαβεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσολαβητικός < μεσολαβητ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσολαβητικός | μεσολαβητική | μεσολαβητικό |
| Γενική | μεσολαβητικού | μεσολαβητικής | μεσολαβητικού |
| Αιτιατική | μεσολαβητικό | μεσολαβητική | μεσολαβητικό |
| Κλητική | μεσολαβητικέ | μεσολαβητική | μεσολαβητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσολαβητικοί | μεσολαβητικές | μεσολαβητικά |
| Γενική | μεσολαβητικών | μεσολαβητικών | μεσολαβητικών |
| Αιτιατική | μεσολαβητικούς | μεσολαβητικές | μεσολαβητικά |
| Κλητική | μεσολαβητικοί | μεσολαβητικές | μεσολαβητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →