μεσοπέλαγα
•
- στη μέση του πελάγους, μακριά από τις ακτές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσοπέλαγα < μεσαιωνική ελληνική μεσοπέλαγα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μεσοπέλαγα < μεσαιωνική ελληνική μεσοπέλαγα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →