μεσοπρόθεσμα
•
- σε μεσοπρόθεσμο διάστημα Βικιλεξικό
- Με δεδομένη την διάρθρωση της τοπικής οικονομίας (κυριαρχία πρωτογενή τομέα και λιανικού εμπορίου) και τις δυσκολίες απεξάρτησης, μεσοπρόθεσμα, από τη μόνη δυνατή σήμερα παραγωγή πρώτης ύλης στον πρωτογενή τομέα , όσο ο πολυπληθής γεωργικός πληθυσμός της ενδοχώρας – πολυδραστήριος ή μη συμβάλλει στην στήριξη της οικονομίας της μικρής πόλης (επιμέλεια Δημήτρη Οικονόμου και Γιώργου Πετράκου, Η ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων: διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας-"Gutenberg", 2004, σελ. 187)
Ετυμολογία
μεσοπρόθεσμα < μεσοπρόθεσμος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →