μεσουσών
•
- λόγιοόντας στη μέση μιας διαδικασίας ή χρονικής περιόδου Βικιλεξικό
- μεσουσών των θερινών διακοπών προκηρύχτηκαν ξαφνικά εκλογές
- μεσουσών των εορτών, των διαδικασιών, των διεργασιών, των συνεδριάσεων, των διαπραγματεύσεων, των συνομιλιών, των επεμβάσεων
Ετυμολογία
μεσουσών < γενική πτώση πληθυντικού αριθμού θηλυκού γένους μεσοῦσα της συνηρημένης αρχαίας μετοχής μεσῶν (ρήμα μεσόω). Στα νέα ελληνικά επέζησαν εκφράσεις με τη γενική απόλυτο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →