μεσοφωνηεντικός
•
- γλωσσολογίαπου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα Βικιλεξικό
- μσν. αγέρας < αέρας με ανάπτ. μεσοφ. [j] για αποφυγή της χασμ.
- μεσοφωνηεντικός φθόγγος, μεσοφωνηεντικό σύμφωνο
Ετυμολογία
μεσοφωνηεντικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μεσοφωνηεντικός < μεσο- + φωνηεντικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intervocalique.. Μορφολογικά αναλύεται σε μεσο- + φωνηεντ- + -ικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοφωνηεντικός | μεσοφωνηεντική | μεσοφωνηεντικό |
| Γενική | μεσοφωνηεντικού | μεσοφωνηεντικής | μεσοφωνηεντικού |
| Αιτιατική | μεσοφωνηεντικό | μεσοφωνηεντική | μεσοφωνηεντικό |
| Κλητική | μεσοφωνηεντικέ | μεσοφωνηεντική | μεσοφωνηεντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοφωνηεντικοί | μεσοφωνηεντικές | μεσοφωνηεντικά |
| Γενική | μεσοφωνηεντικών | μεσοφωνηεντικών | μεσοφωνηεντικών |
| Αιτιατική | μεσοφωνηεντικούς | μεσοφωνηεντικές | μεσοφωνηεντικά |
| Κλητική | μεσοφωνηεντικοί | μεσοφωνηεντικές | μεσοφωνηεντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →