Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσοφωνηεντικός

/me.so.fo.ni.en.diˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο φωνήεντα Βικιλεξικό
    • μσν. αγέρας < αέρας με ανάπτ. μεσοφ. [j] για αποφυγή της χασμ.
    • μεσοφωνηεντικός φθόγγος, μεσοφωνηεντικό σύμφωνο

Ετυμολογία

μεσοφωνηεντικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μεσοφωνηεντικός < μεσο- + φωνηεντικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intervocalique.. Μορφολογικά αναλύεται σε μεσο- + φωνηεντ- + -ικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεσοφωνηεντικόςμεσοφωνηεντικήμεσοφωνηεντικό
Γενικήμεσοφωνηεντικούμεσοφωνηεντικήςμεσοφωνηεντικού
Αιτιατικήμεσοφωνηεντικόμεσοφωνηεντικήμεσοφωνηεντικό
Κλητικήμεσοφωνηεντικέμεσοφωνηεντικήμεσοφωνηεντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεσοφωνηεντικοίμεσοφωνηεντικέςμεσοφωνηεντικά
Γενικήμεσοφωνηεντικώνμεσοφωνηεντικώνμεσοφωνηεντικών
Αιτιατικήμεσοφωνηεντικούςμεσοφωνηεντικέςμεσοφωνηεντικά
Κλητικήμεσοφωνηεντικοίμεσοφωνηεντικέςμεσοφωνηεντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →