μεσοχώρι
•
- λαϊκότροποτο κέντρο του χωριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσοχώρι < μεσο- + -χώρι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσοχώρι | μεσοχώρια |
| Γενική | μεσοχωριού | μεσοχωριών |
| Αιτιατική | μεσοχώρι | μεσοχώρια |
| Κλητική | μεσοχώρι | μεσοχώρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →