μεσούσης
•
- λόγιοόντας στη μέση μιας διαδικασίας ή χρονικής περιόδου. Βικιλεξικό
- μεσούσης της κρίσεως, της διαδικασίας, της νυκτός, της περιόδου
Ετυμολογία
μεσούσης < γενική πτώση του ενικού αριθμού της συνηρημένης αρχαίας μετοχής μεσοῦσα, θηλυκού του μεσῶν (ρήμα μεσόω). Στα νέα ελληνικά επέζησαν εκφράσεις με τη γενική απόλυτο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →