μεσσηνιακά
•
- με τον τρόπο των Μεσσηνίων Βικιλεξικό
- στο γλωσσικό ιδίωμα των Μεσσηνίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσσηνιακά < μεσσηνιακός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μεσσηνιακά < μεσσηνιακός + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →