μεστότητα
•
- η ιδιότητα του μεστού, το να είναι κάποιος μεστός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεστότητα < μεστός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεστότητα | μεστότητες |
| Γενική | μεστότητας | μεστοτήτων |
| Αιτιατική | μεστότητα | μεστότητες |
| Κλητική | μεστότητα | μεστότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →