μεστώνω
•
- για καρπούς, φρούτα κ.λπ. Βικιλεξικό
- για καρπούς, φρούτα κ.λπ. Βικιλεξικό
- για πρόσωπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεστώνω < αρχαία ελληνική μεστόω / μεστῶ < μεστός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεστώνω | μεστώνεις | μεστώνει | μεστώνουμε | μεστώνετε | μεστώνουν / μεστώνουνε |
| Παρατατικός | μέστωνα | μέστωνες | μέστωνε | μεστώναμε | μεστώνατε | μέστωναν / μεστώναν / μεστώνανε |
| Αόριστος | μέστωσα | μέστωσες | μέστωσε | μεστώσαμε | μεστώσατε | μέστωσαν / μεστώσαν / μεστώσανε |
| Μέλλοντας | θα μεστώνω / θα μεστώσω | θα μεστώνεις / θα μεστώσεις | θα μεστώνει / θα μεστώσει | θα μεστώνουμε / θα μεστώσουμε | θα μεστώνετε / θα μεστώσετε | θα μεστώνουν / θα μεστώνουνε / θα μεστώσουν / θα μεστώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεστώσει | έχεις μεστώσει | έχει μεστώσει | έχουμε μεστώσει | έχετε μεστώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεστώσει | είχες μεστώσει | είχε μεστώσει | είχαμε μεστώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεστώσει / να μεστώνω / να μεστώσω | να έχεις μεστώσει / να μεστώνεις / να μεστώσεις | να έχει μεστώσει / να μεστώνει / να μεστώσει | να έχουμε μεστώσει / να μεστώνουμε / να μεστώσουμε | να έχετε μεστώσει / να μεστώνετε / να μεστώσετε | να μεστώνουν / να μεστώνουνε / να μεστώσουν / να μεστώσουνε |
| Προστακτική | — | μέστωνε / μέστωσε | — | — | μεστώνετε / μεστώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →