μεσόστεγο
•
- το μεσαίο τμήμα μεγάλου στεγάσματος Βικιλεξικό
- ναυπηγικός όροςη μεσαία υπερκατασκευή πλοίου Βικιλεξικό
- χαρακτηριστικό το μεσόστεγο που φέρουν τα υποβρύχια, αεροπλανοφόρα, ελικοπτεροφόρα κ.ά. τύποι πλοίων
Ετυμολογία
μεσόστεγο < μεσό- + στέγ(η) (στέγασμα) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσόστεγο | μεσόστεγα |
| Γενική | μεσόστεγου | μεσόστεγων |
| Αιτιατική | μεσόστεγο | μεσόστεγα |
| Κλητική | μεσόστεγο | μεσόστεγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →