μεσώροφος
•
- ο μεσαίος όροφος ενός κτίσματος Βικιλεξικό
- ο ημιώροφος, το μεσοπάτωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσώροφος < μεσο- + όροφος (το —ω– προκύπτει από την συνθετική έκταση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσώροφος | μεσώροφοι |
| Γενική | μεσωρόφου / μεσώροφου | μεσωρόφων / μεσώροφων |
| Αιτιατική | μεσώροφο | μεσωρόφους / μεσώροφους |
| Κλητική | μεσώροφε | μεσώροφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →