Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσώροφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο μεσαίος όροφος ενός κτίσματος Βικιλεξικό
  2. ο ημιώροφος, το μεσοπάτωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσώροφος < μεσο- + όροφος (το —ω– προκύπτει από την συνθετική έκταση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεσώροφοςμεσώροφοι
Γενικήμεσωρόφου / μεσώροφουμεσωρόφων / μεσώροφων
Αιτιατικήμεσώροφομεσωρόφους / μεσώροφους
Κλητικήμεσώροφεμεσώροφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →